ἑκηβόλος

ἑκηβόλος, [dialect] Dor. [full] ἑκᾱβόλος, ον, ([etym.] ἑκών, βάλλω)
A attaining his aim, epith. of Apollo, Il. 1.14, al. ; also Ἑκηβόλος alone, ib. 96, h.Ap.45, Pi. Pae.9.38, al. ; of Artemis, S. Fr.401 ;

ἑκηβόλοι Διὸς χέρες E. Ion 213

(lyr.) ;

τόξα A. Pr.711

, Eu.628 ;

σφενδόναι E. Ph.1142

;

ἔθνος ὀϊστῶν Opp. H.4.205

; in later Prose,

ἑ. βέλη Plb.13.3.4

;

μάχαι D.H. 10.16

;

ἑ. ἄνδρες Plu. Luc.28

;

τὰ ἑ. Onos. 20.1

; τοξεύματα, ὅπλα, Ael. Tact.2.8, Arr. Tact.3.3 ;

τοξόται καὶ ἑκηβόλοι Agath.3.17

: [dialect] Dor. [comp] Sup.

ἑκαβολέστατος Archyt.

ap. Iamb. Protr.4. Adv. -ιως

, τοξεύειν Ath. 1.25d

. (Understood by later writers as far-shooting ([etym.] ἑκάς).)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εκηβόλος — ἑκηβόλος, ον και δωρ. τ. ἑκαβόλος, ον (Α) 1. αυτός που βάλλει από μακριά ή με ευστοχία 2. (για βλήμα) αυτό που ρίχνεται μακριά 3. το αρσ. ως ουσ. ὁ ἑκηβόλος ο επιδέξιος τοξότης 4. φρ. «ἑκηβόλος μάχη» μάχη που διεξάγεται από μακριά …   Dictionary of Greek

  • ἑκηβόλος — attaining his aim masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβολώτατα — ἑκηβόλος attaining his aim adverbial superl ἑκηβόλος attaining his aim neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβολώτατον — ἑκηβόλος attaining his aim masc acc superl sg ἑκηβόλος attaining his aim neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβόλον — ἑκηβόλος attaining his aim masc/fem acc sg ἑκηβόλος attaining his aim neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβόλως — ἑκηβόλος attaining his aim adverbial ἑκηβόλος attaining his aim masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβολωτέροις — ἑκηβόλος attaining his aim masc/neut dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβόλα — ἑκηβόλος attaining his aim neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβόλε — ἑκηβόλος attaining his aim masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβόλοι — ἑκηβόλος attaining his aim masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκηβόλοις — ἑκηβόλος attaining his aim masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.